Μήνυμα σφάλματος

Deprecated function: Array and string offset access syntax with curly braces is deprecated στην include_once() (γραμμή 14 του /var/www/vhosts/ppaccounting.gr/httpdocs/themes/engines/phptemplate/phptemplate.engine).

Εμμεσες τεχνικές ελέγχου

Ιστορική αναδρομή

Η προσπάθεια για πάταξη της φοροδιαφυγής πάντα ήταν  ψηλά στην ατζέντα του υπουργείου οικονομικών. Προκειμένου να υπάρξουν γρήγορα αποτελέσματα εξοπλίστηκαν οι ελεγκτικές υπηρεσίες με εξουσίες που κινούνται στα όρια της νομιμότητας, αν όχι εκτός ορίων. Με τις διατάξεις των Ν.3513/2006, άρθρο 11-Ν.3697/2008, άρθρο 29-Ν. 3790/2009, άρθρο 10-Ν.3842/2010, άρθρο 82 επιχειρήθηκε καταχρηστικώς η παράταση παραγραφής  των φορολογικών αξιώσεων του δημοσίου, είτε λίγο πριν την λήξη της αρχικής παραγραφής, είτε της προηγούμενης ήδη θεσπισθείσης παρατάσεως. Αποτέλεσμα  η θεσπιζόμενη από το άρθρο 84 πενταετής παραγραφή να καθίσταται ουσιαστικά ανέφικτη, αλλά και τελικά, μη προβλέψιμος ο χρόνος παραγραφής μιας δεδομένης χρήσεως. Συνέπεια αυτών ο κλονισμός της αξιοπιστίας του δημοσίου, αλλά και η ομηρία των φορολογουμένων μέσω των συνεχών παρατάσεων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έρχεται με την  υπ’αριθ.  1738/2017   απόφαση του    να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, κρίνοντας πως μετά την πάροδο πενταετίας από την λήξη της κρινόμενης φορολογικής περιόδου η φορολογική περίοδος  καθίσταται   παραγραφείσα.Ιστορική αναδρομή

Η προσπάθεια για πάταξη της φοροδιαφυγής πάντα ήταν  ψηλά στην ατζέντα του υπουργείου οικονομικών. Προκειμένου να υπάρξουν γρήγορα αποτελέσματα εξοπλίστηκαν οι ελεγκτικές υπηρεσίες με εξουσίες που κινούνται στα όρια της νομιμότητας, αν όχι εκτός ορίων. Με τις διατάξεις των Ν.3513/2006, άρθρο 11-Ν.3697/2008, άρθρο 29-Ν. 3790/2009, άρθρο 10-Ν.3842/2010, άρθρο 82 επιχειρήθηκε καταχρηστικώς η παράταση παραγραφής  των φορολογικών αξιώσεων του δημοσίου, είτε λίγο πριν την λήξη της αρχικής παραγραφής, είτε της προηγούμενης ήδη θεσπισθείσης παρατάσεως. Αποτέλεσμα  η θεσπιζόμενη από το άρθρο 84 πενταετής παραγραφή να καθίσταται ουσιαστικά ανέφικτη, αλλά και τελικά, μη προβλέψιμος ο χρόνος παραγραφής μιας δεδομένης χρήσεως. Συνέπεια αυτών ο κλονισμός της αξιοπιστίας του δημοσίου, αλλά και η ομηρία των φορολογουμένων μέσω των συνεχών παρατάσεων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έρχεται με την  υπ’αριθ.  1738/2017   απόφαση του    να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, κρίνοντας πως μετά την πάροδο πενταετίας από την λήξη της κρινόμενης φορολογικής περιόδου η φορολογική περίοδος  καθίσταται   παραγραφείσα.

 

ΟΙ  ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

Στην παρούσα εργασία θα προσπαθήσουμε να αποσαφηνίσουμε κάποιες διατάξεις και με αναφορά στις ανάλογες δικαστικές αποφάσεις να εντοπίσουμε τις δυνατότητες αντιμετώπισης του ελέγχου από την πλευρά των ελεγχόμενων.

Ο Ν. 2238/94 προβλέπει γενικά 5ετη παραγραφή των φορολογικών υποθέσεων . Εξαιρετικά για στοιχεία που δεν έχουν περιέλθει εις γνώση της ελεγκτικής αρχής η προθεσμία επεκτείνεται 5 ακόμη χρόνια και καθίσταται δεκαετής (σχετικά άρθρο 68 Ν. 2238/94). Σε περιπτώσεις μη υποβολής δηλώσεων εισοδήματος και παρακρατούμενων φόρων οι προθεσμίες παραγραφής είναι δεκαπενταετείς.

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΣΧΕΤΙΚΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ 15ΕΤΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ: Εφόσον οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και παρακρατούμενων φόρων υπεβλήθηκαν μεν, αλλά εκπρόθεσμα δεν ισχύει η δεκαπενταετής παραγραφή. Αν η εκπρόθεσμη υποβολή έγινε ένα χρόνο προ της 5ετούς παραγραφής η προθεσμία παραγραφής παρατείνεται για 3 χρόνια. Η 5ετής προθεσμία παραγραφής για να είμαστε σαφείς (επιτροπή ΣΤΕ άρθρου 1, παραγ 1 Ν 3900/2010 )

Γενικά ισχύει η πενταετής παραγραφή του δικαιώματος του δημοσίου να ελέγξει τον φορολογούμενο και να επιβάλλει συμπληρωματικούς φόρους και πρόστιμα. Σύμφωνα με το άρθρο 68 του Ν. 2238/1994 η πενταετής παρατείνεται για πέντε (5) ακόμη χρόνια και καθίσταται δεκαετής  εφόσον υπάρχουν νέα συμπληρωματικά στοιχεία τα οποία ήλθαν   εις γνώση της φορολογικής αρχής.  Με δικαστικές αποφάσεις έχουν αποσαφηνιστεί  οι  προϋποθέσεις για να θεωρούνται τα στοιχεία που περιήλθαν σε   γνώση της φορολογικής αρχής  συμπληρωματικά και να είναι ικανά να παρατείνουν τις προθεσμίες παραγραφής. Με κατά καιρούς αποφάσεις του ΣΤΕ--ενδεικτικά αναφέρουμε την ΣΤΕ 3296/2018 καθώς και  τις παλιότερες 2703/1997 και 2473/1996-- στοιχεία τα οποία περιήλθαν εις γνώση της φορολογικής αρχής εντός της προθεσμίας παραγραφής και δεν αξιοποιήθηκαν δεόντως, ή αγνοήθηκαν δεν αποτελούν αιτία παράτασης της προθεσμίας παραγραφής. Το ίδιο ισχύει και για στοιχεία τα οποία δεν περιήλθαν εγκαίρως εις γνώση της φορολογικής αρχής επειδή δεν επιδείχτηκε η δέουσα επιμέλεια εκ μέρους της διοίκησης (ΣΤΕ 2462/2002)

Οι καταθέσεις σε λογαριασμούς τραπεζών.

Για τα πληροφοριακά στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση της φορολογικής αρχής με τις περίφημες λίστες (Lagarde κλπ)  έχουν δημοσιευτεί  αποφάσεις ανώτατων δικαστηρίων εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Με την απόφαση 1738/2017  του Συμβουλίου της Επικρατείας οι κινήσεις και τα υπόλοιπα των τραπεζικών λογαριασμών στην Ελλάδα δεν συνιστούν νέα στοιχεία και, συνεπώς, όταν η φερομένη ως ανακρίβεια στη δήλωση προκύπτει από τα στοιχεία αυτά, τότε η ελεγχόμενη προ της πενταετίας χρήση είναι και αυτή παραγεγραμμένη»

Κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και έχει σημασία πότε και με ποιον τρόπο περιήλθε η πληροφορία στη Διοίκηση και σε ποια χώρα αφορά, διότι π.χ. με τις χώρες της Ε.Ε. ήταν δυνατή η ανταλλαγή πληροφοριών ήδη από το 2005.

Πάντως, σε γενικές γραμμές αν η ανακρίβεια στη δήλωση αποδεικνύεται από τραπεζικούς λογαριασμούς της αλλοδαπής, προς τους οποίους ή από του οποίους δεν υπήρχαν μεταφορές σε ελληνικές τράπεζες, ή από στοιχεία που ελήφθησαν στο πλαίσιο διοικητικής συνδρομής, τότε η παραγραφή είναι δεκαετής.

Εν κατακλείδι, εφόσον τα στοιχεία που έρχονται σε γνώση της διοίκησης αφορούν  αποκλειστικά κινήσεις σε ξένες τράπεζες η παραγραφή είναι δεκαετής. Αν τα στοιχεία αφορούν κινήσεις /μεταφορές σε ελληνικές τράπεζες, η παραγραφή είναι πενταετής. Ας υπάρχουν κινήσεις και σε ξένες τράπεζες,  η πενταετής παραγραφή του μέρους των κινήσεων σε ελληνικές τράπεζες , άρα και η αδυναμία χρησιμοποίησης των καθιστά την τεκμηρίωση της φοροδιαφυγής ανέφικτη.

 

Η δίκη που προκάλεσε την εν λόγω απόφαση  αφορά φυσικό πρόσωπο που περιλαμβανόταν στη λίστα Λαγκάρντ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το χρονικό της υπόθεσης, καθότι η ταλαιπωρία της εναγόμενης κράτησε τρία χρόνια, ενώ έχει να κάνει και με  λάθη ή , έστω, υπερβάλλοντα ζήλο  των ελεγκτών. Σύμφωνα με δηλώσεις της κ. Κωτσαλά, δικηγόρου της εναγόμενης, η εντολέας της, ακόμη και να μην είχε κερδίσει την παραγραφή των χρήσεων θα δικαιώνονταν λόγω της εσφαλμένης εφαρμογής των φορολογικών διατάξεων από τους ελεγκτές κατά τον έλεγχο.

 

Συμπερασματικά, χωρίς να σας κουράζουμε με περίπλοκα νομικά και φορολογικά ζητήματα οι χρήσεις προ του 2012 θεωρούνται οριστικά παραγεγραμένες Η χρήση 2012 παραγράφεται σύντομα, το τέλος του 2018.

Γενικά: οι χρήσεις παραγράφονται εντός 5ετίας, εκτός αν δεν έχει υποβληθεί δήλωση φόρου εισοδήματος και παρακρατούμενων φόρων.

 

Ηδη το ΣΤΕ έκρινε ότι δεν ισχύει η αναδρομική 20 ετης περίοδος παραγραφής, εκτός αν περιέλθουν σε γνώση της διοίκηση νέα στοιχεία, ως τέτοια όμως δεν θεωρούνται οι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών σε ελληνικές, παρά μόνο σε ευρωπαϊκές τράπεζες, δεδομένου ότι η φορολογική διοίκηση, ήδη από το 1994 είχε στη διάθεση της πληροφόρηση από ελληνικές τράπεζες και μπορούσε να τις αξιοποιήσει. Συνεπώς από τούδε και στο εξής οφείλουμε να γνωρίζουμε πως είτε οι έμμεσες είτε οι παραδοσιακές τεχνικές έλεγχου μπορούν να εφαρμοστούν μόνο στις κλεισμένες μετά την 31/12/2012 χρήσεις, με την προϋπόθεση πως έχει υποβληθεί εμπροθέσμως δήλωση εισοδήματος.

 

 

ΕΜΜΕΣΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΥ

Πρόκειται για τεχνικές που έχουν δοκιμαστεί χρόνια στο εξωτερικό. Οι τεχνικές αυτές είναι 5 . Συγκεκριμένα

1-η τεχνική της ανάλυσης ρευστότητας του φορολογούμενου

2-η τεχνική του προσδιορισμού της καθαρής θέσης του φορολογούμενου

3-η τεχνική του ελέγχου των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών.

4-Η τεχνική της σχέσης της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών

5-Η τεχνική της αρχής των αναλογιών, η οποία καλύπτει τις αδυναμίες των άλλων μεθόδων

Από αυτές τις 5 τεχνικές εισήχθησαν στην ελληνική φορολογική νομοθεσία οι 3 πρώτες   με την ΠΟΛ 1270/24-12-2013.

1-Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ προσδιορίζει το φορολογητέο εισόδημα αναλύοντας τα έσοδα (φορολογητέα και μη),τις αγορές και δαπάνες (επαγγελματικές, ατομικές και οικογενειακές) καθώς και τις αυξομειώσεις των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων (επαγγελματικών, ατομικών και οικογενειακών) του ελεγχόμενου.

Συγκεκριμένα στη στήλη των εσόδων περιλαμβάνονται   τα κάθε μορφής έσοδα και ελέγχεται η νομιμότητα τους

Στη στήλη των εξόδων περιλαμβάνονται όλες οι αναλώσεις σε μετρητά, είτε πρόκειται για δαπάνες είτε για επενδύσεις κάθε μορφής

Εφόσον τα ποσά των εξόδων /δαπανών/επενδύσεων είναι μεγαλύτερα από την στήλη των εσόδων ή διαφορά θεωρείται μη δηλωθέν εισόδημα

Παρατηρούμε πως η τεχνική αυτή περιορίζεται στα πραγματικά εισοδήματα και στις δαπάνες. Τα/τις εντοπίζει και τα/τις συγκρίνει μεταξύ τους. 

2-Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ

Η τεχνική αυτή δεν περιορίζεται στο εισόδημα ή στις δαπάνες. Λαμβάνει υπόψη και τα περιουσιακά τα οποία συμπεριλαμβάνει στα στοχιεία του ενεργητικού. Τις υποχρεώσεις περιλαμβάνει   στα στοιχεία του  παθητικού. Καταρτίζεται   ο Πίνακας Ενεργητικού και Παθητικού για όλα τα ελεγχόμενα έτη. Η διαφορά Ενεργητικού – Παθητικού αποτελεί την Καθαρή Θέση του φορολογουμένου για κάθε έτος.

Από την Καθαρή Θέση λήξης κάθε έτους αφαιρείται η Καθαρή Θέση έναρξης.

Η καθαρή θέση αναπροσαρμόζεται:

  • με την   απόκτηση περιουσιακών στοιχειών χωρίς αντάλλαγμα (αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής, προίκας, κερδών από τυχερά παίγνια, ανταλλαγής) -
  • με τις περιπτώσεις εκποίησης αυτών
  • και με τις ατομικές, οικογενειακές δαπάνες κάθε είδους.

Η αναπροσαρμοσμένη πλέον καθαρά θέση συγκρίνεται με το δηλωθέν εισόδημα .Το βάρος της απόδειξης για τις πιο πάνω περιπτώσεις φέρει ο φορολογούμενος. Οι προκύψασες διαφορές θεωρούνται μη δηλούμενο εισόδημα και εφόσον δεν αιτιολογούνται υπόκεινται σε φορολόγηση.

 

3-ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΑΠΑΝΩΝ ΜΕ ΜΕΤΡΗΤΑ

Η τεχνική αυτή προσδιορίζει φορολογητέο εισόδημα παρακολουθώντας την κίνηση των κεφαλαίων του φορολογουμένου , είτε με την κατάθεση αυτών σε τράπεζες, είτε με την ανάλωσή τους σε διάφορες συναλλαγές με την χρήση μετρητών. Περιορίζεται στις τραπεζικές καταθέσεις. Ειδικότερα αναλύει τις συνολικές καταθέσεις και τα διαθέσιμα σε τράπεζες αλλά και τις αγορές και δαπάνες σε μετρητά (επαγγελματικές, οικογενειακές) κατά τη διάρκεια της ελεγχόμενης χρήσης και τα συγκρίνει με τα συνολικά δηλωθέντα έσοδα.

Σύμφωνα με την τεχνική αυτή από τις συνολικές καταθέσεις της ελεγχόμενης χρήσης αναπροσαρμόζονται, συγκεκριμένα αφαιρούνται από αυτές  τα μη υποκείμενα στη φορολογία έσοδα, όπως εκταμιεύσεις δανείων, μεταφορές κεφαλαίων από τον ένα λογαριασμό στον άλλο και λοιπές πράξεις που δεν αποτελούν καθαρές καταθέσεις.

Στο Υπόλοιπο των καθαρών τραπεζικών καταθέσεων προστίθενται όλες οι καταβολές σε μετρητά για αγορές,δαπάνες (προσωπικές,επαγγελματικές) και αφαιρούνται τα μη υποκείμενα στη φορολογία έσοδα που δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμούς. Το νέο Υπόλοιπο αναμορφώνεται με τις αυξομειώσεις των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων και συγκρίνεται με το συνολικό δηλωθέν εισόδημα.

 

 

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΕΠΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΑΡΑΜΕΤΡΩΝ ΤΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ

1-Ποιες χρήσεις έχουν παραγραφεί? Εξαιρέσεις, παρατηρήσεις.

Βάσει της   1738/2017 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας την 31/12/2017   παραγράφηκε η χρήση 2006. Αρα δεν μπορεί να γίνει έλεγχος πριν από τη χρήση 2007 η οποία παραγράφεται την 31/12/2018. Κρίθηκε επίσης ότι οι παρατάσεις της παραγραφής που το Ελληνικό Κράτος χορηγούσε όλα αυτά τα έτη είναι παράνομες αφού δεν χορηγήθηκαν το αργότερο έως τη μεθεπόμενη χρήση από όταν έληγε καθεμιάς, μα πολύ αργότερα

Βάσει των παραπάνω η παραγραφή είναι 5ετης , μπορεί δε να γίνει 10ετης για συμπληρωματικά στοιχεία που θα περιέλθουν σε γνώση της φορολογικής αρχής, κατά το άρθρο 68 παράγραφος 2 Ν.2238/94.

 

Η σχετική αναφορά στον κωδικοποιημένο Ν 2238/94 :

 

Ν 2238/94, άρθρο 2

2. Φύλλο ελέγχου και αν ακόμη έγινε οριστικό δεν αποκλείει την έκδοση και κοινοποίηση συμπληρωματικού φύλλου ελέγχου, αν: α) από συμπληρωματικά στοιχεία, που περιήλθαν σε γνώση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, εξακριβώνεται ότι το εισόδημα του φορολογουμένου υπερβαίνει αυτό που έχει περιληφθεί στο προηγούμενο φύλλο ελέγχου, β) η δήλωση που υποβλήθηκε ή τα έντυπα ή οι καταστάσεις που τη συνοδεύουν αποδεικνύονται ανακριβή ή γ) περιέλθουν σε γνώση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στοιχεία βάσει της αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής από φορολογικές ή τελωνειακές αρχές άλλων Κρατών - Μελών της Ε.Ε. ή τρίτων χωρών που αποδεικνύονται ανακριβείς οι συναλλαγές, έστω και αν αυτά ζητήθηκαν πριν από την έκδοση του οριστικού φύλλου ελέγχου ή δ) περιέλθουν στις φορολογικές αρχές στοιχεία κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 9 του άρθρου 26 του Ν. 3728/2008 (Α΄258).

Στις πιο πάνω περιπτώσεις το νέο φύλλο ελέγχου εκδίδεται για το άθροισμα του εισοδήματος που προκύπτει από το προηγούμενο φύλλο ελέγχου, καθώς και αυτού που εξακριβώθηκε με βάση τα πιο πάνω στοιχεία. Αν εκδοθεί το πιο πάνω φύλλο ελέγχου, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 70.

 

 

 

Ν 2238/94, άρθρο 84

1. Η κοινοποίηση φύλλου ελέγχου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 69, δεν μπορεί να γίνει μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Το δικαίωμα του Δημοσίου για επιβολή του φόρου παραγράφεται μετά την πάροδο της πενταετίας.

2. Κατ΄ εξαίρεση, η βεβαίωση του φόρου μπορεί να γίνει και μετά την πάροδο πενταετίας, αν η εγγραφή στο όνομα της ομόρρυθμης, ετερόρρυθμης εταιρίας. κοινοπραξίας, κοινωνίας και αστικής εταιρίας, σύμφωνα με το άρθρο 64, έγινε οριστική μετά την πάροδο αυτής, όχι όμως και πέρα από έξι (6) μήνες από την κοινοποίηση στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου ή από την οριστικοποίηση της εγγραφής με διοικητική επίλυση της διαφοράς ή λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής.

 

ΟΠΛΑ ΣΤΗ ΦΑΡΕΤΡΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΥ

  • Τα χρηματικά ποσά ή κινητές αξίες (ομόλογα,μετοχές) που είναι κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς ή τις χρηματιστηριακές μερίδες του φορολογούμενου/ελεγχόμενου μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ανάλωση κεφαλαίου. Ειδικά αν οι χρήσεις που αφορούν έχουν παραγραφεί αυτό γίνεται χωρίς έλεγχο (π.χ. ελέγχομαι για τη χρήση 2008 και έχει παραγραφεί η χρήση 2007. Τα ποσά που είναι κατατεθειμένα στους τραπεζικούς μου λογαριασμούς την 31/12/2007 γίνονται δεκτά από τη φορολογική αρχή χωρίς έλεγχο.

 

  • Τα δάνεια που έχουν συναφθεί μεταξύ φυσικών προσώπων φορολογούνται υπόκειται σε χαρτόσημο 3,60% και χρειάζεται δανειακή σύμβαση. Τα δάνεια μεταξύ φυσικού προσώπου και εταιρίας υπόκειται σε τέλος χαρτοσήμου 1,20% και δεν απαιτείται δανειακή σύμβαση, αρκεί η λογιστική εγγραφή

 

  • Οι λογαριασμοί συνδικαιούχων τεκμαίνεται πως ανήκουν κατά ιδανικά μερίδια στους συνδικαιούχους, εκτός αν οι ίδιοι αποδείξουν πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

 

  • Κατά την αγοραπωλησία ακινήτου αν έχει γίνει υποτιμολόγηση είναι εφικτό,  να γίνει διόρθωση συμβολαίου (με νεότερο συμβόλαιο) και να πληρωθεί φόρος μεταβίβασης στο επιπλέον τίμημα ο οποίος ανέρχεται σε  3%. Κατά τον τρόπο αυτό δικαιολογείται στον πωλητή το επιπλέον ποσό που κατατέθηκε στους τραπεζικούς του λογαριασμούς. Αν ο αγοραστής δεν συμφωνεί προς κατάρτιση του τροποποιητικού συμβολαίου. εάν το «μαύρο» τίμημα προκύπτει με τραπεζική επιταγή του αγοραστή την ίδια ημέρα με το συμβόλαιο αγοραπωλησίας, τότε σύρεται η επιταγή στον αγοραστή και ο έλεγχος υποχρεούται  να λάβει υπόψη το ποσό αυτό του υπερτιμήματος. Στην περίπτωση αυτή ο φόρος μεταβίβασης βαρύνει τον αγοραστή ενώ δεν φορολογείται με προσαύξηση περιουσίας ο πωλητής αφού είναι από γνωστή αιτία ήτοι την πώληση ακινήτου η οποία δεν φορολογείται. Αν είναι όμως το «μαύρο» τίμημα με μετρητά, ο χειρισμός από την πλευρά του ελεγχόμενου καθίσταται δυσχερής. Πρόβλημα υπάρχει όταν αγοραστής ή πωλητής είναι εταιρία. Το συμβόλαιο θεωρείται φορολογικό στοιχείο και, ως τέτοιο, εφόσον έχει καταχωρηθεί στα βιβλία της εταιρίας θεωρείτο  ανακριβές φορολογικό στοιχείο με βαρύτατες κυρώσεις. Αν και με τα ΕΛΠ δεν υφίσταται θέμα ανακρίβειας των βιβλίων δεν παύουν τα πρόστιμα για αλλοίωση αξίας φορολογικού στοιχείου ή για έκδοση φορολογικού στοιχείου μεγαλύτερου ή μικρότερου από την πραγματική αξία της συναλλαγής να είναι βαρύτατα

 

  • Αν ο φορολογούμενος έχει περαιώσει δεν έχει δικαίωμα η φορολογική αρχή να ξεκινήσει  τη διαδικασία ελέγχου. Αν τα στοιχεία προκύψουν από πρόσθετες πληροφορίες μπορεί η φορολογική αρχή να παρακάμψει την περαίωση, με την προϋπόθεση πως τα πρόσθετα στοιχεία ήρθαν εν γνώσει της από εξωτερικές πηγές και δεν ξεκίνησε η   διαδικασία ελέγχου με τη βούληση της ελεγκτικής αρχής. Ειδικά όσοι περαίωσαν με τον  Ν.3888/2010 έχουν στο οπλοστάσιο τους και ευνοϊκές δικαστικές αποφάσεις

 

  • Το βάρος της απόδειξης έως τον 9/2010 τον είχε η φορολογική αρχή, ενώ από 01/10/2010 τον έχει πλέον ο φορολογούμενος. Η φορολογική αρχή σύμφωνα με την απόφαση του ΣΤΕ 884/2016 εξαντλεί την υποχρέωση της αυτή με την κλίση του φορολογούμενου να εκθέσει τις απόψεις του. Η απόφαση αυτή, αν και είναι εναντίον των φορολογούμενων/ελεγχόμενων , εμπεριέχει την διατυπωμένη θέση πως η φορολογική αρχή υποχρεούται να λάβει υπόψη της ανάλωση κεφαλαίου την οποία επικαλείται ο φορολογούμενος. Φυσικά το ύψος της ανάλωσης ελέγχεται με το γνωστό έντυπο ανάλωσης κεφαλαίου και επιβάλλεται να συνάδει με τα δηλωθέντα εισοδήματα προγενέστερων ετών. Σε κάθε περίπτωση δεν αρκεί η αβασάνιστη απόρριψη των ισχυρισμών του ελεγχόμενου, αλλά πρέπει η ελεγκτική αρχή να αποδείξει πως δεν ισχύουν. Αν π.χ. επικαλεστώ αποταμιεύσεις δυσθεώρητου ποσού που δεν συνάδει με τα δηλωθέντα εισοδήματα μου, φυσικά η φορολογική αρχή, αφού κάνει το σχετικό έλεγχο θα απορρίψει τους ισχυρισμούς μου

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ/ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

    ΕΔΩ

     ΕΔΩ

    ΕΔΩ

 

 

 

επιστήμη και τεχνολογία από τη Ναυτεμπορική